Ο υπερακάνθιος είναι ένας από τους τέσσερις μύες που σχηματίζουν το στροφικό πέταλο του ώμου το οποίο καλύπτει την κεφαλή του βραχιονίου. Συμβάλλει μαζί με τον δελτοειδή μυ στην ανύψωση, την απαγωγή και την έξω και έσω στροφή της άρθρωσης του ώμου και συγκρατεί την κεφαλή του βραχιονίου στην ανατομική της θέση.Η ρήξη αφορά την πλήρη ή μερική αποκόλληση του τένοντα από την πρόσφυσή του στο βραχιόνιο όγκωμα.
Η ρήξη υπεράκανθιου προκαλεί πόνο στην περιοχή της άρθρωσης του ώμου, που μπορεί να αντανακλά μέχρι και την περιοχή του αγκώνα ενώ μπορεί να συνοδεύεται από νυκτερινό πόνο. Υπάρχει δυσκολία στην άρση ακόμη και μικρού βάρους και είναι υπάρχει περιορισμός της κίνησης του ώμου.Η ρήξη του τένοντα του υπερακανθίου μπορεί να προκληθεί είτε τραυματικά είτε εκφυλιστικά. Μία μικρή ρήξη του τένοντα συνήθως με την πάροδο του χρόνου μεγαλώνει, και σε συνδυασμό με την λιπώδη εκφύλιση που μπορεί να εμφανίσει ο μυς, καθιστούν την έγκαιρη χειρουργική αντιμετώπιση θεραπεία εκλογής. Μία ρήξη αν αφεθεί , σταδιακά μπορεί να οδηγήσει σε αρθροπάθεια του ώμου κάνοντας αναγκαία μία μεγαλύτερη επέμβαση,την ανάστροφη ολική αρθροπλαστική του ώμου.Η αποκατάσταση της ρήξης γίνεται αρθροσκοπικά με νοσηλεία μίας ημέρας, άμεση ύφεση του πόνου και σταδιακή επάνοδο στις δραστηριότητες.